Η χαριτωμένη και διασκεδαστική ιστορία που ακολουθεί, είναι γραμμένη από τον σύγχρονο του Παπαδιαμάντη, επίσης Σκιαθίτη, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, με τίτλο "Άρατε Πύλας".Άφθονο υλικό από τους κλασσικούς έλληνες συγγραφείς, μπορεί κανείς να βρει στην "ΑΝΕΜΗ", την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών.
«Άρατε πύλας»
... Ο μπάρμπα Κώστας έως 65 ετών γέρων, άγαμος κ' εν τω παρελθόντι κ' εν τω μέλλοντι πλέον, είχε προσληφθή από 15 ετών ως υπηρέτης εν τω ναΐσκω της κωμοπόλεως, ως εκκλησιάρχης κατά την συνήθειαν των πόλεων, ως κανδηλάπτης κατά την γλώσσαν του λαού. Ηξευρε και ολίγα γραμματάκια. Ητο μέτριος το ανάστημα. Κατ' αρχάς είχεν επιδοθή εις το ναυτικόν στάδιον, ακολουθών το γενικόν ρεύμα των κατοίκων της θαλασσινής πολίχνης. Διά δε της φιλοπονίας του κατώρθωσε να αποκτήση και μικράν λέμβον, αγοράσας αυτήν αντί ευτελούς ποσού, ημισύντριμμα από τινος ναυαγήσαντος ολλανδικού ιστιοφόρου, μιας φοβεράς Ούρκας, εις την διάσωσιν των ναυαγίων της οποίας ειργάσθη, ανακαλύψας εκεί εις το άνεμο, εις τας οπάς και ραγάδας της τρικυμιώδους ακτής, και ένα κασκέτο ολλανδικόν, αντί δε των ολίγων μισθών του έλαβε την χαλασμένην εκείνην λέμβον, την σκαμπαβίαν, ως την ωνόμαζεν.Επειδή δε ήτο κατεσκευασμένος κατά την παροιμίαν πολυτεχνίτης και ρημοσπίτης, μόνος του ήξευρε και ολίγην μαραγκοσύνην επιδιώρθωσε την λέμβον και εκυκλοφορούσε με το κασκέτον, το οποίον εφόρει πάντοτε, επονομασθείς διά τούτο «Ολλαντέζος». Πλην δεν ήτο διόλου τυχηρός ως κυβερνήτης. Περισσότερον τυχηρός ήτο όταν δεν είχε τίποτε. Πρέπει να εναυάγησε πεντάκις με την σκαμπαβίαν του εκείνην, πότε εις τας ακτάς της νήσου μεταφέρων τον Ιούνιον θημωνίας σίτου από ενός όρμου εις έτερον, πότε εις τας ακτάς της Ευβοίας τον Αύγουστον, ότε συνήθιζε να μεταφέρη εις Λοκρίδα τους μελισσάδες της νήσου.
— Ολο μες στο καλοκαίρι πέφτεις όξω, καημένε Ολλαντέζο. Τω παρετήρουν οι κάτοικοι φιλοσκώμμονες πάντοτε.
— Ελα ντε! απήντα ο θαλασσοπνιγμένος ναύτης, όστις μετά το ναυάγιον ανήρχετο τον ανήφορον της αγοράς, υψηλά κρατών την κεφαλήν, ως να υπερηφανεύετο διότι κατώρθωνε να ναυαγή και να διασώζεται.
Τέλος, νύκτα τινα του χειμώνος μεταφέρων ξύλα από της Κεχρεάς, και συναντήσας τρικυμίαν κατά την επιστροφήν του, μόλις έσωσε την ζωήν του και το κασκέτο του το ολλανδικόν, ριφθείς έξω εις τους βράχους του Μικρού Ασέληνου, αποτόμου και αλιμένου ακτής, όπου η σκαμπαβία διελύθη εις τα εξ ών συνετέθη. Και τα μεν καρφία εβυθίσθησαν εις τον βαθύν πυθμένα, αι δε σανίδες διεσπάρησαν εις το πέλαγος μεταβληθείσαι εις γιαλόξυλα.
Και τότε πλέον ανέβη τον ανήφορον της αγοράς χωρίς να έχη υψηλά την κεφαλήν του ο αφελής ναυαγός. Είχε σύρει το κασκέτο μέχρι των ώτων και ανέβαινε χωρίς να βλέπη σχεδόν, προσκρούων εις τα λιθάρια και τα καλδερίμια.
Του ήλθεν ως εντροπή και έκτοτε δεν επάτησεν εις την θάλασσαν, αλλ' αφιερώθη εις την υπηρεσίαν της Εκκλησίας αποκτήσας την αγάπην των εφημερίων, των επιτρόπων και των ενοριτών. Ιδίως όμως τον ηγάπησαν τα μικρά παιδία, διότι τόσον καλά και με τόσην τάξιν εμοίραζε προς αυτά τα κόλλυβα ο «Ολλαντέζος», ώστε έπαιρναν όλα με ησυχίαν.
Και διά τούτο και τον εσέβοντο, τηρούντα σιωπήν απόλυτον εν τω ναώ. Και τον έβλεπες εκεί τον μπάρμπα Κώσταν με το ολλανδικόν κασκέτο του εν μέσω των παιδίων ως απόμαχον πλοίαρχον διατάσσοντα εν τάξει τα πάντα. Και μήπως δεν ήτο απόμαχος πλοίαρχος; Και μήπως δεν έπιε την θάλασσαν με την κουτάλαν, ως λέγουν;
Τι τάχα να ταξιδεύη τις εις τους φοβερούς ωκεανούς ή εις τα κοιμώμενα παράλια του Μαλιακού; Τι τάχα να ναυαγήση τις εις τον Εύξεινον Πόντον ή εις την ειρηνικήν ακτήν του Παγασητικού; Το ναυάγιον είναι πάντοτε ναυάγιον και ο άνθρωπος πνίγεται ομοίως είτε εις το πέλαγος είτε εις τον λιμένα. Και εις μία φούχτα νερό ακόμη.
Ο μπάρμπα Κώστας κατέστη ειδικός όμως εις μίαν υπηρεσίαν σπουδαίαν της Εκκλησίας, διά το οποίον ηγαπάτο από ολόκληρον την πολίχνην. Υπεκρίνετο περίφημα τον Αδην το Μέγα Σάββατον, κατά την επάνοδον του Επιταφίου.
Είναι συνήθεια αρχαιοτάτη εις την νήσον, αφού ο Επιτάφιος εν λιτανεία περιέλθη εν ωραίω πανοράματι την ενορίαν όλην, κατά την επιστροφήν να κλείωνται αι πύλαι του ναού και να μη επιτρέπηται η εις αυτόν είσοδος του Επιταφίου. Παρίσταται κατά τρόπον παραδόξον η σκηνή της εις Αδου κατα-βάσεως του Σωτήρος, ως φέρεται τούτο εν τη εκκλησιαστική παραδόσει.
Τότε ο πρώτος των εφημερίων, προσεγγίζων εις τας πύλας κελεύει επιτακτικώς κρούων αυτάς και κράζων: «— Αρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!».
Ο δε έσωθεν των κεκλεισμένων πυλών παρά τα κλείθρα υποκρινόμενος τον Αδη ερωτά αυθαδώς: «— Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;».
H επιτακτική κέλευσις ως και η αυθάδης ερώτησις επαναλαμβάνονται εκ τρίτου. Και τότε την τρίτην φοράν ο ιερεύς ωθών ισχυρώς διά του ποδός και των χειρών τας πύλας, αναφωνεί εν κυριαρχική δυνάμει:
«— Κύριος των Δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της Δόξης!». Και ανοίγει βασιλικώς και αυταρχικώς τας πύλας, και ούτως εισέρχεται εις τον ναόν ο Επιτάφιος.
Εις ταύτην λοιπόν την παράστασιν κατέστη ειδικώτατος ο μπάρμπα Κώστας. Υπεκρίνετο τόσον επιτυχώς το πρόσωπον του αντάρτου Αδου, του μη θέλοντος ν' αναγνωρίση Δεσπό-την και Κύριον ανώτερόν του, ώστε τρόμος κατελάμβανε το πλήθος ότε ήκουε τας τρομεράς εκείνας ερωτήσεις του: «— Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της Δόξης;».
Ετόνιζε τας λέξεις κατ' ίδιον τινα τρόπον πολύ τρομακτικόν. Εκίνει την κεφαλήν του έσωθεν, ηγρίευε τους οφθαλμούς του, αι τρίχες της κόμης του ανεσουσουρώνοντο, καθώς τον περιέγραφον όσοι έμενον ένδον να τον θαυμάσουν κατά την θαυμασίαν του υπόκρισιν, όλον το σώμα του έτρεμε- κ' εν γένει επαθαίνετο ως να ήτο αυτός ο Αδης αληθώς με την σατανκήν επί του κόσμου δύναμιν, προαισθανόμενος προσεγγίζον το τέλος του.
Και κατά το έτος τούτο το Μέγα Σάββατον την αυγήν ο μπάρμπα Κώστας ήτο εις την θέσιν του υπερήφανος διά το πρόσωπον το φοβερόν οπού ήθελε υπο-κριθή. Καθήμενος προ των πυλών του κενού, πλην καταφωτίστου ναού, ανέμενε την επάνοδον του Επιταφίου, έχων ύφος επίσημον κυριάρχου. Δεν ήτο πλέον ο πτωχός κανδηλάπτης με την κεφαλήν κάτω. Ιστατο ασκεπής επί του μαρμαρίνου κατωφλίου ως ει έλεγεν: «— Εγώ είμαι! Δεν δέχομαι κανένα μέσα, ούτε τον Βασιλέα».
Ιδού! ακούονται μακρόθεν ψαλμωδίαι γλυκύτατοι και τρυφεραί ως κλαυθμοί, ως θρήνοι: «-Δος μοι τούτον τον ξένον!...». Ψάλλουσι το πομπικόν άσμα. «Τον ήλιον κρύψαντα», το εξόδιον μέλος, το τρυφερόν εκείνο τροπάριον, το οποίον συγκινεί και τα άψυχα: «-Δος μοι τούτον τον ξένον!...».
Ο Ιωσήφ παρακαλεί τον Πιλάτον ίνα επιτρέψη αυτώ να θάψη «τον ξένον Ιησούν και ωνειδισμένον...». Ψάλλουσιν οι μελίφθογγοι ψάλται, ακολουθούντες την λι-τανείαν του Επιταφίου και υπηχεί ο λαός ως δι' ενός στόματος...
... Ηδη ο μπάρμπα Κώστας έκλεισε τας πύλας του ναού. H λιτανεία έστη προ αυτού εν τη μικρά πλατεία. Και ο επιτάφιος έστη ωσαύτως, πλην κρατείται υψηλά πολύ από του εδάφους επιτηδείως, μη γίνη προπετής διαρπαγή των λαμπάδων ακαίρως. Οπίσω δε εις δύο γραμμάς ένθεν και ένθεν με τα λαμπάδας αναμμένας ίστανται εν σιγή οι άνδρες χωριστά και χωριστά αι γυναίκες. Το άσμα έπαυσεν.
Ο γέρων Οικονόμος τότε αργά-αργά πλην μετά δυνάμεως ικανής -τούς είχε ζωηρεύσει όλους τόσα χρόνια ο ζωηρός τρόπος του μπάρμπα Κώστα-, κελεύει:
—Αρατε πύλας οι Αρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!
Και πάραυτα ακούεται έσωθεν φωνή τραχεία και ηχηρά, ως όταν φωνάζουν διά της κογχύλης οι αλιείς, φωνή υπέροφρυς, αυθάδης φωνή:
— Τίς εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;
Τόσον δε ζωηρά ώστε ποτέ δεν το ενθυμούντο οι άνθρωποι. Τινές μάλιστα εψιθύρισαν δειλά:
— Εχει όρεξι εφέτος ο Ολλαντέζος.
Τότε τινές, ιδίως εκ των ναυτών, εκπλαγέντες από την προπετή πρόσκλησιν, ήρχισαν να ετοιμάζουν τας χονδράς εξ ελαίας ράβδους των, νομίσαντες ότι θ' αρ-χίση αληθής πάλη προς εκβίασιν της εισόδου. Και ο ιερεύς την τρίτην φοράν εμπνευσθείς και αυτός εκ της εμπνεύσεως του αγαθού κανδηλάπτου εκραύγασεν επιτακτικώτερον το «Αρατε», ως να ήθελε να κατανικήση και την τελευταίαν αντίστασιν του ζωηρού Αδάρχου και συγχρόνως ώθησε μετά δυνάμεως ασυνήθους τας πύλας διά χειρών και ποδών, επιδοκιμάζοντος του πλήθους. Και πάραυτα ανεώχθησαν πέρα-πέρα μετά πατάγου φοβερού αι πύλαι και κρότου μη ακουσθέντος άλλοτε. Κι έλαμψαν ιδού οι αναμμένοι του ναού πολυέλαιοι. Ο δε ιερεύς ψάλλων το «ο Μονογενής Υιός...» ητοιμάζετο να εισέλθη, ότε εξαίφνης και συγχρόνως κραυγαί ηκούσθησαν, κραυγαί ως από δυστυχήματος ανελπίστου.
Ο μπάρμπα Κώστας αφιερωθείς εν τη προσφιλεί του απομιμήσει ελησμόνησε μετά την τρίτην ερώτησιν να παραμερίση εις τα πλάγια, και τα φύλλα της βαρείας πύλης βιαίως ανοιγέντα τον εκτύπησαν εις τας σιαγόνας, διότι υπεκρίνετο εγγύς της οπής της κλειδός, και τον έρριψαν κάτω εις τας πλάκας βροντήσαντα ως κορμόν δρυός καταπεσούσης υπό καταιγίδος. Ευτυχώς το πάθημα δεν ήτο σοβαρώτερον. Ο μπάρμπα Κώστας ήτο γερό κόκκαλο, πέντε φοράς θαλασσοπνιγμένος. Η ιερά τελετή εξηκολούθησεν εν τάξει και έληξεν ωσαύτως εν τάξει. Και αυτή η διαρπαγή των λαμπάδων εγέ-νετο υπό των ναυτών εν τακτική αταξία. Πλην τους νησιώτας κατελύπησε το απρόοπτον πάθημα του μπάρμπα Κώστα, όστις αφού έτυχεν εκεί των πρώτων περιποιήσεων και κατόπιν εν τω οικίσκω του, υπομείνας αφορήτους τωόντι πόνους, και τυχών συντονωτάτης ιατρικής περιθάλψεως, εκ μέρους των επιτρόπων, όμως έκειτο την ημέραν της Αναστάσεως πονών ακόμη, ως είδομεν, και άνευ οδόντων πλέον. Εν τη κατα-πτώσει έχασε και τας δύο σειράς των οδόντων του. Και ελυπείτο πλέον ο πτωχός και επόνει όχι τόσον διά την απώλειαν των οδόντων, όσον διότι δεν θα υπεκρίνετο πλέον τον Αδην, διότι η έλλειψις των οδόντων θα ηλάττωνε κωμικώς τας πρώτης δυνάμεως τραγικάς ερωτήσεις του.
— Κ' εδώ εναυάηθα!
έλεγε νωδώς μετά ταύτα παραπονούμενος διά την τύχην του ο αγαθός μπάρμπα Κώστας ο Ολλαντέζος, απλούς κανδηλάπτης πλέον του ναού, φέρων καταφανή τα διπλά σημεία των διπλών ναυαγίων, το ολλανδικόν του κασκέτο και τας άνευ οδόντων σιαγόνας, αλλ' αντί της καλύβης του πλέον εκατοικούσεν εις ένα πολύ εύμορφον κελλίον οπού του έκτισαν οι επίτροποι εντός του κηπαρίου του ναού, και όπου διήλθε τα γηρατεία του αγαπώμενος από όλους.
(πηγή :)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου